Μετάφραση του "pupil" σε Ελληνικά

Οι κόρη, Κόρη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pupil" σε Ελληνικά.

pupil

leerling

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόρη

    noun feminine

    Om de pupil te vergroten, zodat de arts de spier beter kn zien.

    Στο να διασταλεί η κόρη, για να δούμε τους μύες των ματιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pupil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pupil
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κόρη

    anatomie

    Pupil vernauwingen geven aan dat hij de waarheid spreekt.

    Η συστολή της κόρης των ματιών δείχνουν ότι λέει την αλήθεια.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pupil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη