Μετάφραση του "raken" σε Ελληνικά

Οι αγγίζω, χτυπώ, άγγιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raken" σε Ελληνικά.

raken verb γραμματική

een klap, schot of stoot toebrengen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγίζω

    verb

    Ze gelooft dat ik vrouwen begrijp, hoe ze doen en hoe het voelt om iemand te raken.

    Πιστεύει ότι καταλαβαίνω τις γυναίκες και πως σκέφτονται και ότι ξέρω να αγγίζω κόσμο.

  • χτυπώ

    verb

    Gelukkig is de bibliotheek geraakt en zijn er geen gewonden gevallen.

    Ευτυχώς χτύπησε τη βιβλιοθήκη αλλιώς κάποιος θα μπορούσε να είχε χτυπήσει.

  • άγγιγμα

    noun

    Hij kan zijn tegenstander uitdrogen door ze aan te raken.

    Μπορεί να αφυδατώσει τον αντίπαλό του, μ'ένα μόνο άγγιγμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άπτομαι
    • αιχμαλωτίζω
    • συγκινώ
    • συναντιέμαι
    • ψαύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "raken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη