Μετάφραση του "rechter" σε Ελληνικά
Οι δικαστής, κριτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rechter" σε Ελληνικά.
rechter
adjective
noun
masculine
γραμματική
persoon die rechtspreekt, persoon die een oordeel velt [..]
-
δικαστής
noun masculineλειτουργός ο οποίος ασκεί τη δικαστική εξουσία
Iedere rechter moet worden bijgestaan door een referendaris en een secretariaatsmedewerker.
Κάθε δικαστής θα πρέπει να επικουρείται από τουλάχιστον ένα νομικό βοηθό και από τουλάχιστον ένα γραμματέα.
-
κριτής
noun commonIk ben ervan overtuigd dat de onpartijdige rechter van de stad ons binnen zal laten.
Είμαι σίγουρος ότι ο απροσωπόληπτος κριτής της πόλης θα μας αφήσει να μπούμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rechter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rechter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωμα αποζημίωσης (επανόρθωσης)
-
Κριτές
-
δικαίωμα διαδήλωσης
-
δικαίωμα πληροφόρησης
-
παράγωγο δίκαιο
-
ιατρικό δίκαιο
-
Δικαίωμα στη λήθη
-
δεξιός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη