Μετάφραση του "reep" σε Ελληνικά

Οι ράβδος, πλακίδιο, πλάκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reep" σε Ελληνικά.

reep noun masculine γραμματική

een naar verhouding smalle maar lange strook materiaal die ergens van afgesneden of afgebroken is

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ράβδος

    noun feminine
  • πλακίδιο

    noun neuter
  • πλάκα

    noun neuter

    Ik dacht, een reep houden zal niemand pijn doen.

    Σκέφτηκα ότι αν κρατούσα μια πλάκα δεν θα έβλαπτα κανέναν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ταινία
    • στεφάνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reep " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reep" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη