Μετάφραση του "regeling" σε Ελληνικά

Οι ρύθμιση, διακανονισμός, συμφωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regeling" σε Ελληνικά.

regeling noun feminine γραμματική

De manier waarop dingen geregeld zijn.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρύθμιση

    noun feminine

    Op dat punt lijkt de in geding zijnde regeling verder te gaan dan daartoe noodzakelijk is.

    Θεωρώ δε ότι, στο σημείο αυτό, η επίδικη ρύθμιση υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο.

  • διακανονισμός

    noun masculine

    Deze regeling is de jongste jaren toegepast en geeft voldoening omdat zo volledige transparantie wordt gewaarborgd.

    Αυτός ο διακανονισμός χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία έτη και θεωρείται ο ενδεδειγμένος διότι διασφαλίζει την πλήρη διαφάνεια.

  • συμφωνία

    noun feminine

    In de regeling kan een contactpunt voor betrokkenen worden aangewezen.

    Στη συμφωνία μπορεί να αναφέρεται ένα σημείο επικοινωνίας για τα υποκείμενα των δεδομένων.

  • συνεννόηση

    noun

    Na overleg te hebben gepleegd om hiertoe een gemeenschappelijke regeling vast te stellen,

    Μετά από συνεννόηση για τη δημιουργία, προς το σκοπό αυτό, κοινού καθεστώτος,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regeling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "regeling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regeling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη