Μετάφραση του "remming" σε Ελληνικά

Οι φρένο, αναστολή, παρεμπόδιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remming" σε Ελληνικά.

remming
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρένο

    noun neuter
  • αναστολή

    noun feminine

    De remming van de groei wordt bepaald in verhouding tot een controlecultuur

    Προσδιορίζεται η αναστολή της ανάπτυξης σε σχέση με μια καλλιέργεια-μάρτυρα

  • παρεμπόδιση

    noun feminine

    Wanneer een groter aantal knollen wordt genomen, treedt remming op of zijn de resultaten moeilijk te interpreteren.

    Τυχόν μεγαλύτεροι αριθμοί κονδύλων στο δείγμα θα έχουν ως αποτέλεσμα παρεμπόδιση ή δυσκολίες στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων.

  • αναχαίτιση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " remming " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "remming" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη