Μετάφραση του "rennen" σε Ελληνικά

Το τρέχω είναι η μετάφραση του "rennen" σε Ελληνικά.

rennen verb noun γραμματική

zeer snel lopen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρέχω

    verb

    Μετακινούμαι γρήγορα εναλλάσσοντας γρήγορα πηδήματα με το ένα και το άλλο πόδι.

    Ik heb hem zien rennen.

    Τον είδα να τρέχει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rennen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rennen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ren
    μαντρί · στάνη · στρούγκα
  • βόδι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rennen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη