Μετάφραση του "resideren" σε Ελληνικά
Οι κατοικώ, μένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "resideren" σε Ελληνικά.
resideren
Een permanente woonst hebben.
-
κατοικώ
verb -
μένω
verbEen professor Purdy vooraly, die resideert in het Castle hotel en naar haar diensten vraagt, zeker eenmaal per week.
Ειδικά τον καθηγητή Purdy που μένει στο, ξενοδοχείο Castle και ο οποίος ζητούσε τις υπηρεσίες της τουλάχιστο 1 φορά τη βδομάδα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resideren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη