Μετάφραση του "resource" σε Ελληνικά
Το πόρος είναι η μετάφραση του "resource" σε Ελληνικά.
resource
-
πόρος
noun masculineHet bevat een resource tab, hetgene betekent dat het een overheidsbestand is.
'Εχει ένα στηλοθέτη πόρων, δηλαδή είναι φάκελος της κυβέρνησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " resource " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "resource" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεσμευμένος πόρος
-
Enterprise resource planning
-
ενιαίο προσδιοριστικό πόρου
-
Διαχείριση κρατήσεων · Διαχείριση κρατήσεων πόρων
-
γενικός πόρος
-
εκτελεστικός πόρος
-
προτεινόμενος πόρος
-
πόρος καθοδήγησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη