Μετάφραση του "richten" σε Ελληνικά

Οι στρέφω, σημαδεύω, σκοπεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "richten" σε Ελληνικά.

richten verb γραμματική

op een bepaald doel afstemmen

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρέφω

    verb

    Maar laten we wel zorgen dat die woede op de juiste mensen gericht wordt.

    Πρέπει να εξασφαλίσουμε όλη αυτή η εκτροπή να στραφεί στη σωστή κατεύθυνση.

  • σημαδεύω

    verb

    Ik heb een wapen op je gericht en ik schiet je neer als je de telefoon niet geeft.

    Σε σημαδεύω με όπλο και θα πυροβολήσω αν δε μου δώσεις το κινητό.

  • σκοπεύω

    verb

    Door iemand die ernstige schade aan wil richten.

    Από κάποιον που σκοπεύει να κάνει σοβαρή ζημιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " richten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "richten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνώ · χαμηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "richten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη