Μετάφραση του "robot" σε Ελληνικά
Οι ρομπότ, Ρομπότ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά.
robot
noun
masculine
γραμματική
een machine die beschikt over een stoffelijke vorm ('lichaam') en een beslissingsmodel (programma)
-
ρομπότ
noun masculineHoe zou ik een robot kunnen zijn? Robots dromen niet.
Πως θα μπορούσα να είμαι ρομπότ; Τα ρομπότ δεν ονειρεύονται.
-
Ρομπότ
ιστορική ανάδρομη
Hoe zou ik een robot kunnen zijn? Robots dromen niet.
Πως θα μπορούσα να είμαι ρομπότ; Τα ρομπότ δεν ονειρεύονται.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " robot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "robot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοματοποίηση της παραγωγής
-
βιομηχανικά ρομπότ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη