Μετάφραση του "roeien" σε Ελληνικά

Οι κωπηλατώ, Κωπηλασία, κωπηλασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roeien" σε Ελληνικά.

roeien verb γραμματική

zich met behulp van roeispanen in een boot ergens begeven [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωπηλατώ

    verb

    Ik was inmiddels ver afgedreven en begon weer te roeien.

    Τότε το σκάφος μου είχε παρασυρθεί κάποια απόσταση κι άρχισα να κωπηλατώ.

  • Κωπηλασία

    sport

    De dag dat ik niet meer roei, is't afgelopen.

    Την ημέρα που θα κόψω την κωπηλασία, τελείωσα.

  • κωπηλασία

    noun feminine

    De dag dat ik niet meer roei, is't afgelopen.

    Την ημέρα που θα κόψω την κωπηλασία, τελείωσα.

  • τραβάω κουπί σε

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roeien " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roeien" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη