Μετάφραση του "roepen" σε Ελληνικά

Οι φωνάζω, κλήση, καλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roepen" σε Ελληνικά.

roepen verb noun γραμματική

met verheffing van stem de aandacht van iemand trachten te verkrijgen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωνάζω

    verb

    Meestal roep je tegen ze om hem neer te leggen, met je te praten.

    Συνεχώς του φωνάζω να το αφήσει για να μου μιλήσει.

  • κλήση

    noun feminine

    Geef alstublieft gehoor aan de roep van uw Heiland.

    Παρακαλώ δώστε προσοχή στην κλήση του Σωτήρος σας.

  • καλώ

    verb

    De Commissie is het eens met deze aanbevelingen en roept de partijen op ze actief te volgen.

    Η Επιτροπή συμφωνεί με τις συστάσεις αυτές και καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να τις ακολουθήσουν ενεργά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roepen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "roepen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αίγλη · αναφώνηση · κραυγή · ξεφωνητό · όνομα
  • καλώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roepen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη