Μετάφραση του "roet" σε Ελληνικά
Οι αιθάλη, Αιθάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roet" σε Ελληνικά.
roet
noun
neuter
γραμματική
koolstofneerslag die ontstaat door onvolledige verbanding van koolstofhoudende stoffen
-
αιθάλη
noun feminineDan stond hij vlakbij als hij roet van de explosie op de voorruit heeft.
Θα ήταν παρκαρισμένο πολύ κοντά για να έχει αιθάλη απ'την έκρηξη στο παρμπρίζ.
-
Αιθάλη
materie
Dan stond hij vlakbij als hij roet van de explosie op de voorruit heeft.
Θα ήταν παρκαρισμένο πολύ κοντά για να έχει αιθάλη απ'την έκρηξη στο παρμπρίζ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " roet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη