Μετάφραση του "roken" σε Ελληνικά

Οι καπνίζω, κάπνισμα, καπνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roken" σε Ελληνικά.

roken verb γραμματική

rook afgeven [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καπνίζω

    verb

    Rook inhaleren van bijvoorbeeld een sigaret of sigaar. [..]

    Een Ier die niet drinkt, niet rookt en niet achter de dames aanzit.

    Είναι Ιρλανδός που δεν πίνει, δεν καπνίζει, δεν κυνηγάει γυναίκες.

  • κάπνισμα

    noun neuter

    Hij besliste te stoppen met roken.

    Αποφάσισε να κόψει το κάπνισμα.

  • καπνός

    noun masculine

    Toen de bom afging was er een flits en er was heel veel rook.

    Όταν εξερράγη η βόμβα, υπήρχε μια λάμψη, και μετά υπήρχε πολύς καπνός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καπνισμός
    • καπνισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "roken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη