Μετάφραση του "romp" σε Ελληνικά

Οι κορμός, στήθος, θώρακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "romp" σε Ελληνικά.

romp noun masculine γραμματική

het lichaam van een mens of dier zonder ledematen, kop of staart [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορμός

    noun masculine

    De fysieke structuur van een wezen zonder het hoofd, de nek en de ledematen. [..]

    Laat geleidelijk de spanner los tot de romp onder zijn eigen gewicht begint te vallen.

    Το στοιχείο τάσης χαλαρώνεται βαθμιαία έως ότου ο κορμός αρχίσει να πέφτει υπό την επίδραση του βάρους του.

  • στήθος

    noun neuter

    Blunt-force trauma aan het hoofd, romp en buik

    Αμβλύ τραύμα σε κεφάλι, στήθος και κοιλιακή χώρα.

  • θώρακας

    noun masculine

    Hoe steviger je jezelf verankert, hoe makkelijker het is om je romp en armen te ontspannen.

    όσο περισσότερο σφίγγετε τα πόδια, τόσο ευκολότερα χαλαρώνετε τον θώρακα και τα χέρια.

  • στέρνο

    noun neuter

    Behalve die gaten in z'n romp, alleen een snee boven z'n oog.

    Εκτός απ'τις οπές στο στέρνο, όχι πολλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " romp " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "romp"

Φράσεις παρόμοιες με "romp" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "romp" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη