Μετάφραση του "room" σε Ελληνικά

Οι κρέμα γάλακτος, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "room" σε Ελληνικά.

room noun masculine γραμματική

de vette delen van melk waarvan boter gemaakt wordt. Room wordt, wanneer gezoet, gebruikt bij het vervaardigen van slagroom, voor het decoreren van gebak en bij het vullen van bonbons [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρέμα γάλακτος

    noun feminine

    Gesteriliseerde room en gesteriliseerde room met verlaagd vetgehalte

    Αποστειρωμένη κρέμα γάλακτος και αποστειρωμένη κρέμα γάλακτος μειωμένης περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες

  • κρέμα

    noun

    melkvet

    Het is alsof de zure room en de havermoutpap een lelijke baby hebben gebaard.

    Είναι λες και η ξινή κρέμα με το πλιγούρι έκαναν ένα πανάσχημο μωρό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " room " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "room"

Φράσεις παρόμοιες με "room" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "room" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη