Μετάφραση του "rot" σε Ελληνικά
Οι σάπιος, σαπίζω, θαλασσόλυκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά.
rot
adjective
noun
neuter
γραμματική
Een gewijzigde kleur, geur of samenstelling hebbende (gedeeltelijk of volledig), wegens aangevallen van en ontbinding door micro-organismen (met betrekking tot organische materie).
-
σάπιος
adjectiveIk zeg het maar, deze planeet is rot van binnen uit
Λέω μόνο ότι ο πλανήτης αυτός είναι σάπιος από μέσα.
-
σαπίζω
verbIk ben niet van plan om hier de rest van m'n leven weg te rotten.
Δεν έχω σκοπό να μείνω εδώ να σαπίζω για όλη μου τη ζωή.
-
θαλασσόλυκος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρουραίος
- σαπισμένος
- σαθρός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άντε γαμήσου · γαμήσου
-
Ροτ Βάις Έσσεν
-
σαπίζω
-
σαπροβιωτικός (σαπροφυτικός) δείκτης
-
Πέτρωμα
-
σαπρόβιο · σαπρόφυτο
-
βράχος · πέτρα · πέτρωμα
-
σάπιος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη