Μετάφραση του "route" σε Ελληνικά
Οι μονοπάτι, δρομολόγιο, διαδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "route" σε Ελληνικά.
Vastgestelde of uitgekozen route voor een uitstapje of reis.
-
μονοπάτι
noun neuterTess, als je je man wil vinden, moet je wel weten dat je op de goede route zit.
Τες, αν θα βρούμε τον άντρα σου πρέπει να ξέρεις ότι είμαστε στο σωστό μονοπάτι.
-
δρομολόγιο
Nounweg tussen meerdere punten
Indien bilateraal overeengekomen zullen de route en andere vluchtplangegevens worden meegezonden.
Συμπεριλαμβάνονται δεδομένα σχετικά με το δρομολόγιο και άλλα στοιχεία του σχεδίου πτήσης, εάν υπάρχει σχετική διμερής συμφωνία.
-
διαδρομή
noun feminineVastgestelde of uitgekozen route voor een uitstapje of reis.
De werkgever kan in concreto aan de werknemers vragen om de meest directe route te volgen.
Συγκεκριμένα, ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει από τους εργαζομένους να ακολουθήσουν τη συντομότερη δυνατή διαδρομή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " route " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "route" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τουριστική διαδρομή