Μετάφραση του "ruimtelijk" σε Ελληνικά
Οι χωρικός, διαστημικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruimtelijk" σε Ελληνικά.
ruimtelijk
Van of in betrekking tot de ruimte.
-
χωρικός
adjective noun masculineDe netwerkelementen waarnaar wordt verwezen, vertegenwoordigen de verschillende, maar toch ruimtelijk met elkaar verbonden werkelijke fenomenen.
Τα στοιχεία δικτύου που αποτελούν αντικείμενο παραπομπής αναπαριστούν τα διαφορετικά αλλά χωρικά συνδεδεμένα φαινόμενα του πραγματικού κόσμου.
-
διαστημικός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ruimtelijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ruimtelijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαχείριση του χώρου
-
χωρική κατανομή
-
Χωροταξία · φυσικός σχεδιασμός · χωροταξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη