Μετάφραση του "rus" σε Ελληνικά

Οι σχοίνος, Ρώσος, Ρως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rus" σε Ελληνικά.

rus noun adjective masculine γραμματική

plant

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχοίνος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rus noun masculine γραμματική

een inwoner van Rusland [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρώσος

    noun masculine

    Που έχει τη ρωσική υπηκοότητα.

    Die Rus ging door het lint toen hij dat hoorde.

    Έτσι όταν ο Ρώσος έκλεισε το τηλέφωνο, τσατίστηκε τόσο πολύ.

  • Ρως

    proper feminine

    De indringers noemde men de rus, een term waarvan volgens sommigen het woord „Rusland” afkomstig is.

    Οι εισβολείς ονομάστηκαν Ρως, μια ονομασία που μερικοί πιστεύουν ότι είναι η ρίζα της λέξης «Ρωσία»—«Χώρα των Ρως».

  • Ρωσικά

    De oorspronkelijke poort is weer in Colorado, gehuurd van de Russen.

    Η αρχική πύλη βρίσκεται πίσω στο Κολοράντο, μισθωμένη από την Ρωσική κυβέρνηση.

Φράσεις παρόμοιες με "rus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ρως του Κιέβου
  • Ρώσοι
  • Λευκορωσίδα · Λευκορώσα or Λευκορωσίδα · Λευκορώσος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη