Μετάφραση του "ruwe" σε Ελληνικά

Οι ακατέργαστος, ανεπεξέργαστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruwe" σε Ελληνικά.

ruwe verb
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατέργαστος

    adjective masculine

    Leisteen, ruw, enkel kantrecht behouwen dan wel in blokken of in platen van vierkante of rechthoekige vorm

    Σχιστόλιθος, ακατέργαστος, χοντρικά κατεργασμένος ή απλώς κομμένος σε όγκους ή πλάκες ορθογώνιου ή τετράγωνου σχήματος

  • ανεπεξέργαστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruwe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ruwe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ruw
    άξεστος · αγοραίος · αγροίκος · αδούλευτος · ακατέργαστος · ανεπεξέργαστος · πρόστυχος · σκληρή · σκληρό · σκληρός · τραχύς · χυδαίος · ωμός
  • ακατέργαστη ζάχαρη
  • Κοκκοκεντροφόρος
  • αργό πετρέλαιο · νάφθα · πετρέλαιο
  • ξυλεία
  • αργό πετρέλαιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruwe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη