Μετάφραση του "schaven" σε Ελληνικά
Οι γδέρνω, πλανίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schaven" σε Ελληνικά.
schaven
verb
noun
γραμματική
gladmaken door middel van een schaaf.
-
γδέρνω
verb -
πλανίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schaven " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "schaven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αεροπλάνο · πλάνη · ροκάνι · ρυκάνη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη