Μετάφραση του "scheepswerf" σε Ελληνικά

Οι ναυπηγείο, Ναυπηγείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scheepswerf" σε Ελληνικά.

scheepswerf noun feminine γραμματική

''(scheepvaart)'' een werkgebied [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναυπηγείο

    noun neuter

    Ik was op tv ook, tijdens de scheepswerf ontslagen.

    Κι εγώ βγήκα στην τηλεόραση, για το ναυπηγείο.

  • Ναυπηγείο

    plaats waar schepen worden gebouwd en gerepareerd

    Ik was op tv ook, tijdens de scheepswerf ontslagen.

    Κι εγώ βγήκα στην τηλεόραση, για το ναυπηγείο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scheepswerf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scheepswerf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη