Μετάφραση του "schelm" σε Ελληνικά

Οι απατεών, διαβολάκι, κακούργος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schelm" σε Ελληνικά.

schelm noun masculine γραμματική

Een listige, bedriegelijke kerel; een oneerlijke persoon.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απατεών

    noun masculine
  • διαβολάκι

    noun neuter
  • κακούργος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schelm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schelm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη