Μετάφραση του "scherpen" σε Ελληνικά
Οι ακονίσει, ακονίζω, οξύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scherpen" σε Ελληνικά.
scherpen
verb
γραμματική
-
ακονίσει
Hij heeft'm scherp gemaakt en in de nek van de eerste bewaker gestoken.
Το είχε ακονίσει και το έμπηξε στο λαιμό του πρώτου φύλακα.
-
ακονίζω
verb -
οξύνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scherpen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "scherpen"
Φράσεις παρόμοιες με "scherpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οξύτητα ακοής
-
οξυδέρκεια
-
άκαυστος · άκαυτος · άσκαστος · αιχμηρός · αψύς · δηκτικός · δριμύς · καυστικός · κοφτερός · ξινός · οξύς · οργισμένος · πικρός · πικρόχολος · φωτεινός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη