Μετάφραση του "schilderen" σε Ελληνικά
Οι ζωγραφίζω, βάφω, ζωγραφική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schilderen" σε Ελληνικά.
schilderen
verb
γραμματική
een kunstwerk vervaardigen door met verf een beeld op een oppervlak te maken [..]
-
ζωγραφίζω
verbHet plan was genoeg geld te verdienen om naar Parijs te gaan en er te schilderen.
Ο σκοπός ήταν να μαζέψω αρκετά χρήματα για να πάω στο Παρίσι, να ζωγραφίζω.
-
βάφω
verbElke zomer maakte hij gebruik van mijn diensten om zijn hek te schilderen
Με πλήρωνε να του βάφω το φράχτη κάθε καλοκαίρι.
-
ζωγραφική
noun feminineMisschien schilder je weer als je je eigen kamer hebt.
Ίσως αν έχεις έναν δικό σου χώρο ξαναρχίσεις την ζωγραφική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρωματίζω
- απεικονίζω
- μπογιατίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schilderen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη