Μετάφραση του "schoeisel" σε Ελληνικά

Οι υποδήματα, παπούτσια, παπούτσι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schoeisel" σε Ελληνικά.

schoeisel

alles wat men om de voeten heen kan dragen, zoals schoenen en laarzen

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποδήματα

    noun

    - De hoogste tarieven gelden voor schoeisel en speelgoed (definitieve geconsolideerde tarieven van 30%).

    - Τα υψηλότερα επίπεδα δασμών εντοπίζονται στα υποδήματα και στα παιχνίδια (τελικοί παγιοποιημένοι δασμοί στο 30%).

  • παπούτσια

    noun

    Stadsschoenen met bovendeel van leder, voor dames (incl. laarzen) (excl. waterdicht schoeisel en schoeisel met beschermende metalen neus)

    Γυναικεία υποδήματα πόλης με επάνω μέρη από δέρμα φυσικό (περιλαμβάνονται μπότες και παπούτσια· εξαιρούνται αδιάβροχα υποδήματα και υποδήματα με μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των δακτύλων)

  • παπούτσι

    noun neuter

    Johnny, je kunt niets nieuws dragen naar een begrafenis... vooral geen nieuw schoeisel.

    Τζόνι, δεν μπορείς να βάλεις τίποτα καινούριο σε κηδεία... πόσο μάλλον καινούρια παπούτσια.

  • υπόδημα

    noun neuter

    Bijgevolg moet het stel worden ingedeeld als schoeisel met buitenzolen van rubber en bovendeel van leder.

    Επομένως, το σύνολο πρέπει να καταταχθεί ως υπόδημα με εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ και πάνω μέρος από δέρμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schoeisel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schoeisel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη