Μετάφραση του "schok" σε Ελληνικά
Το σοκ είναι η μετάφραση του "schok" σε Ελληνικά.
schok
noun
verb
masculine
γραμματική
-
σοκ
noun neuterMisschien is de emotie waarover je het hebt een grote schok dat jij iets zal reinigen.
Ίσως αναφέρεσαι στο σοκ που ένοιωσα όταν σε είδα να καθαρίζεις κάτι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schok " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "schok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ηλεκτροπληξία · ηλεκτροπληξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη