Μετάφραση του "schok" σε Ελληνικά

Το σοκ είναι η μετάφραση του "schok" σε Ελληνικά.

schok noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοκ

    noun neuter

    Misschien is de emotie waarover je het hebt een grote schok dat jij iets zal reinigen.

    Ίσως αναφέρεσαι στο σοκ που ένοιωσα όταν σε είδα να καθαρίζεις κάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schok " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "schok" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schok" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη