Μετάφραση του "schoot" σε Ελληνικά
Το στήθος είναι η μετάφραση του "schoot" σε Ελληνικά.
schoot
noun
verb
masculine
γραμματική
de bovenkant van de dijen van iemand die zit
-
στήθος
noun neuterJe duwde je pistool op z'n borstbeen en schoot vier keer.
Κόλλησες το όπλο σου στο στήθος του κι έριξες τέσσερις φορές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schoot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "schoot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θυμάμαι
-
κερατώνω
-
κλωτσιά · κλωτσώ · λάκτισμα · πυροβολώ · ρίχνω · τραβώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη