Μετάφραση του "schorsen" σε Ελληνικά
Το αναστέλλω είναι η μετάφραση του "schorsen" σε Ελληνικά.
schorsen
verb
noun
γραμματική
voorlopig of tijdelijk verbieden een functie uit te voeren
-
αναστέλλω
verbDe behandeling van dat beroep werd geschorst totdat de procedure bij de Europese Commissie zou zijn afgelopen.
Η διαδικασία επί της προσφυγής αυτής ανεστάλη έως την περάτωση της διαδικασίας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " schorsen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "schorsen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεντρόφλουδα · φλοιός · φλούδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη