Μετάφραση του "schroef" σε Ελληνικά

Οι βίδα, έλικας, έλικα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "schroef" σε Ελληνικά.

schroef noun verb masculine γραμματική

een voorwerp dat wordt gebruikt om andere voorwerpen vast te zetten [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βίδα

    noun feminine

    Ze zeggen dat ik een schroefje los heb, maar dit is gekkenwerk.

    Ξέρετε.μου λένε ότι έχω λασκαρισμένη βίδα αλλά αυτό το πράμα είναι τρελό.

  • έλικας

    noun masculine

    b) Rol en werking van roer en schroef.

    β) Ρόλος και λειτουργία του πηδαλίου και της έλικας.

  • έλικα

    noun feminine

    Motor met constant toerental bestemd voor voortbeweging die met schroef met regelbare spoed of elektrisch gekoppelde schroef werkt

    Κινητήρας σταθερών στροφών που προορίζεται για πρόωση και λειτουργεί με έλικα ελεγχόμενου βήματος ή ηλεκτρικά συζευγμένο έλικα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοχλίας
    • προπέλα
    • Κοχλίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schroef " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "schroef"

Φράσεις παρόμοιες με "schroef" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schroef" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη