Μετάφραση του "schuldige" σε Ελληνικά

Το ένοχος είναι η μετάφραση του "schuldige" σε Ελληνικά.

schuldige noun adjective masculine γραμματική

Iemand die schuldig is aan een fout of een misdaad.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένοχος

    adjective m-f

    Iemand die schuldig is aan een fout of een misdaad.

    Het enige wat we weten, is dat Tom schuldig is.

    Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ο Τομ είναι ένοχος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " schuldige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "schuldige" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ένοχος · αξιόμεμπτος · κατακριτέος
  • οφείλω · χρωστάω · χρωστώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "schuldige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη