Μετάφραση του "seks" σε Ελληνικά

Οι σεξ, συνουσία, έρωτας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seks" σε Ελληνικά.

seks noun masculine γραμματική

Geslachtsgemeenschap.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξ

    noun neuter

    Ik bedoel, misschien heb je gehoord dat ze met de seks begonnen.

    Θα άκουγες μάλλον όταν άρχισαν να κάνουν σεξ.

  • συνουσία

    noun feminine

    Hoewel ik dezelfde vraag zou kunnen stellen over seks met Leonard.

    Το ίδιο θα ρώταγα και για την συνουσία με τον Λέοναρντ.

  • έρωτας

    noun masculine

    Misdaad, relaties, drugs, seks, al de gekte van deze stad.

    Έγκλημα, σχέσεις, ναρκωτικά, έρωτας, με όλη την τρέλα αυτής της πόλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seks " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "seks" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Στοματικό σεξ · στοματικό σεξ · στοματικός έρωτας
  • γαμώ · κάνω σεξ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • Πρωκτικό σεξ · πρωκτική συνουσία · πρωκτικό σέξ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seks" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη