Μετάφραση του "seniel" σε Ελληνικά

Οι ξεμωραμένος, ανοϊκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seniel" σε Ελληνικά.

seniel adjective γραμματική

aan de ouderdom eigen, door de ouderdom afgetakeld [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξεμωραμένος

    adjective masculine

    Ik wil zo graag een man ontmoeten en Becky's man is een seniele fruittaart.

    Εννοώ, θα έκανα τα πάντα να γνωρίσω έναν άντρα κι ο άντρας της Μπέκυ είναι ξεμωραμένος.

  • ανοϊκός

    adjective

    Aan dementie leidend.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seniel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seniel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη