Μετάφραση του "sesam" σε Ελληνικά

Οι σουσάμι, σουσαμιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sesam" σε Ελληνικά.

sesam noun masculine γραμματική

een uit Afrika afkomstige plant uit de familie ''Pedaliaceae''

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σουσάμι

    noun neuter

    Die met sesam was voor mij.

    Με το σουσάμι ήταν το δικό μου.

  • σουσαμιά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sesam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sesam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη