Μετάφραση του "simultaan" σε Ελληνικά

Οι ταυτόχρονα, ταυτόχρονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "simultaan" σε Ελληνικά.

simultaan adjective γραμματική

gelijktijdig [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταυτόχρονα

    adverb

    Hij werd een richting opgeslagen en daarna, bijna simultaan, de andere kant op.

    Βασικά ραπίστηκε από τη μια κατεύθυνση και έπειτα από την άλλη κατεύθυνση σχεδόν ταυτόχρονα.

  • ταυτόχρονος

    επίθετο masculine

    Maar jij zegt altijd dat de tijd simultaan verloopt.

    Άλλα πάντα λες ότι ο χρόνος είναι ταυτόχρονος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " simultaan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "simultaan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη