Μετάφραση του "slaap" σε Ελληνικά

Οι ύπνος, κρόταφος, τσίμπλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slaap" σε Ελληνικά.

slaap noun verb masculine γραμματική

Periodieke staat van fysieke rust tijdens welke bewustzijn onderbroken en stofwisseling verminderd is. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύπνος

    noun masculine

    Περιοδική κατάσταση φυσιολογικής ανάπαυσης κατά την οποία η συνείδηση ανακόπτεται και ο μεταβολισμός ελαττώνεται.

    Er gaat niets boven goed slapen om de grijze cellen helder te krijgen.

    Ένας καλός ύπνος ξεθολώνει τα μικρά φαιά κύτταρα.

  • κρόταφος

    noun masculine

    Het deel van de schedel aan beide zijden van het voorhoofd.

    Er is niks waar ik meer van houdt dan dat mijn slapen gemasseerd worden.

    Δεν υπάρχει καλύτερο από το να μου τρίβουν τους κροτάφους.

  • τσίμπλα

    noun feminine
  • Ύπνος

    proper

    χαρακτηριστικό της φυσιολογίας των ζώντων οργανισμών

    Er gaat niets boven goed slapen om de grijze cellen helder te krijgen.

    Ένας καλός ύπνος ξεθολώνει τα μικρά φαιά κύτταρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slaap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "slaap"

Φράσεις παρόμοιες με "slaap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slaap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη