Μετάφραση του "slee" σε Ελληνικά

Το έλκηθρο είναι η μετάφραση του "slee" σε Ελληνικά.

slee adjective noun verb masculine feminine γραμματική

een voertuig dat wordt voortgetrokken en dat voorzien is van twee glijders

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλκηθρο

    noun neuter

    Ze hadden een ongevalletje met de slee en moesten gered worden.

    Είχαν ένα ατύχημα με το έλκηθρο και χρειάζονταν βοήθεια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη