Μετάφραση του "slijpen" σε Ελληνικά
Οι ακονίζω, οξύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slijpen" σε Ελληνικά.
slijpen
verb
γραμματική
door wrijving met een hard fijnverdeeld poeder het oppervlak van een vast voorwerp spiegelglad maken
-
ακονίζω
verbVan de mijne wil ik altijd het bestek gaan slijpen.
Η δική μου με κάνει πάντα να θέλω να ακονίζω τα μαχαίρια.
-
οξύνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " slijpen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "slijpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σέρνω
-
ουρά
-
μεταφορά και απόθεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη