Μετάφραση του "slip" σε Ελληνικά

Οι ολίσθηση, γλίστρημα, σλιπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slip" σε Ελληνικά.

slip noun verb masculine feminine γραμματική

kort, strak onderbroekje zonder pijpen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολίσθηση

    noun feminine

    De vrije uiteinden van de riemen moeten met het oog op de slip voldoende ver uit de verstelsystemen steken.

    Τα ελεύθερα άκρα των ιμάντων εκτείνονται αρκετά πέρα από τους μηχανισμούς ρύθμισης, ώστε να επιτρέπουν την ολίσθηση.

  • γλίστρημα

    noun neuter

    Lois, mag ik gaan slippen en slieren in de tuin?

    Lois, μπορώ να πάω για γλίστρημα και τσούλημα στην αυλή;

  • σλιπ

    neuter

    Onderhemden, onderjurken, onderrokken, slips, voor dames of voor meisjes

    Φανελάκια και πουκάμισα, σλιπ, για γυναίκες και κορίτσια

  • μεσοφόρι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slip " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "slip"

Φράσεις παρόμοιες με "slip" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slip" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη