Μετάφραση του "sluw" σε Ελληνικά

Το επιτήδειος είναι η μετάφραση του "sluw" σε Ελληνικά.

sluw adjective γραμματική

Veel vaardigheid bezittend, gewoonlijk in de slechte zin. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτήδειος

    Adjective

    Veel vaardigheid bezittend, gewoonlijk in de slechte zin.

    Ik kan me goed aanpassen. Na elke dood werd ik sluwer.

    Είχα την δυνατότητα να προσαρμόζομαι. Με κάθε θάνατο γινόμουν πιο επιτήδειος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sluw " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sluw" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη