Μετάφραση του "snelkoppeling" σε Ελληνικά

Το συντόμευση είναι η μετάφραση του "snelkoppeling" σε Ελληνικά.

snelkoppeling noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντόμευση

    noun feminine

    Te gebruiken gebruikersnaam voor verbinding met een databaseproject. Wordt genegeerd als een snelkoppeling naar een bestandsnaam wordt opgegeven

    Το όνομα χρήστη που θα χρησιμοποιηθεί για τη σύνδεση με ένα έργο βάσης δεδομένων. Αγνοείται αν δίνεται μια συντόμευση αρχείου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snelkoppeling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snelkoppeling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη