Μετάφραση του "snor" σε Ελληνικά

Οι μουστάκι, Καλαμοτριλιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snor" σε Ελληνικά.

snor noun verb masculine feminine γραμματική

beharing [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουστάκι

    noun neuter

    haargroei

    Een strakke spijkerbroek, leren vest en een dun snorretje.

    Eίχα στενό τζην, δερμάτινο γιλέκο και λεπτό μουστάκι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " snor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Snor
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καλαμοτριλιστής

Εικόνες με "snor"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "snor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη