Μετάφραση του "soort" σε Ελληνικά

Οι γένος, είδος, τύπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soort" σε Ελληνικά.

soort noun feminine neuter γραμματική

een groep voorwerpen die een bepaald aantal kenmerken gemeenschappelijk heeft en zich daarin onderscheidt van overeenkomstige groepen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γένος

    noun neuter

    Ik ben geen plantkundige, maar ik denk'n onbekende soort.

    Δεν είμαι βοτανολόγος αλλά δεν φαίνεται να'ναι γνωστό γένος.

  • είδος

    noun neuter

    ταξινομική βαθμίδα της βιολογίας για την κατάταξη των έμβιων όντων [..]

    Dit soort katten hebben geen staart.

    Αυτό το είδος γάτας δεν έχει ουρά.

  • τύπος

    noun masculine

    Jij ziet er uit als een soort iemand wat een gelukkige huishouding om zeep helpt.

    Μοιάζεις με τύπο που θα χαλούσε ένα σπιτικό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενιά
    • γενεά
    • βενζίνη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " soort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "soort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "soort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη