Μετάφραση του "spanning" σε Ελληνικά

Οι ενέργεια, τάση, ένταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spanning" σε Ελληνικά.

spanning noun feminine γραμματική

De staat van emotioneel opgewonden te zijn. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενέργεια

    noun feminine

    Omdat ik Niam op nominale spanning laat draaien, anders wordt hij wakker.

    Γιατί πρέπει να έχω τον Νίαμ με ελάχιστη ενέργεια για να μην ξυπνήσει.

  • τάση

    noun feminine

    Een stimulus of opeenvolging van stimuli van zo een sterkte dat het de homeostase van het organisme dreigt te verstoren.

    De vezeldraden moeten onder beheerste spanning worden gewikkeld.

    Τα νήματα πρέπει να εφαρμόζονται κάτω από ελεγχόμενη τάση κατά τη διάρκεια της διεργασίας περιέλιξης.

  • ένταση

    noun

    Met een vertegenwoordiger van hun volk erbij kunnen we de spanning verlichten en de relaties verbeteren.

    Με Ινδιάνο εκπρόσωπο εκεί θα έχουμε λιγότερη ένταση και καλύτερες σχέσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άγχος
    • ισχύς
    • δύναμη
    • σφοδρότητα
    • πίεση
    • υπερένταση
    • Εφελκυσμός
    • ολικό φορτίο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spanning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spanning"

Φράσεις παρόμοιες με "spanning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spanning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη