Μετάφραση του "specialiteit" σε Ελληνικά

Το ειδικότητα είναι η μετάφραση του "specialiteit" σε Ελληνικά.

specialiteit noun feminine γραμματική

Een activiteit die iemand leuk vindt or waar iemand superieur in is.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδικότητα

    noun feminine

    Mijn mond houden is een van mijn specialiteiten.

    Το να κρατάω το στόμα μου κλειστό, είναι η ειδικότητα μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specialiteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specialiteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη