Μετάφραση του "spelling" σε Ελληνικά
Το ορθογραφία είναι η μετάφραση του "spelling" σε Ελληνικά.
spelling
noun
masculine
γραμματική
de al dan niet vastgelegde manier waarop de woorden van een taal geschreven worden
-
ορθογραφία
noun feminineVoorts moet duidelijkheidshalve de spelling van sommige bepalingen worden verbeterd.
Η ορθογραφία σε ορισμένες διατάξεις πρέπει επίσης να βελτιωθεί για να βελτιωθεί η σαφήνεια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spelling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spelling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ορθογραφία με βάση τα συμφραζόμενα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη