Μετάφραση του "spijker" σε Ελληνικά

Οι καρφί, ήλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spijker" σε Ελληνικά.

spijker noun verb masculine γραμματική

een metalen pin waarmee twee voorwerpen door doorboring vast verbonden kunnen worden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρφί

    noun neuter

    Dompel de spijker en het ene uiteinde van de slang erin.

    Dunk το καρφί και το ένα άκρο του σωλήνα σε αυτό.

  • ήλος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spijker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spijker"

Φράσεις παρόμοιες με "spijker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spijker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη