Μετάφραση του "spion" σε Ελληνικά

Οι κατάσκοπος, πράκτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spion" σε Ελληνικά.

spion noun masculine γραμματική

Persoon belast met het clandestien verzamelen van geheim gehouden informatie.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάσκοπος

    noun masculine

    persoon die heimelijk informatie vergaart

    Natuurlijk verdien ik niets aan de spionnen, meneer.

    Φυσικά δεν βγάζω τίποτα για τους κατασκόπους, κύριε.

  • πράκτορας

    noun masculine

    Nou, hij haalde zijn schouders op voor de Kapitein en zei dat hij de spion nooit zou vinden.

    'Εφτυσε το λοχαγό και είπε πως δε θα'βρισκε ποτέ τον πράκτορα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "spion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη